τίτλος έργου

Αθηνά Σχινά: Η Αστική Τάξη οδεύει στον Παράδεισο, Πλόες XVII

[23/07/2011] επιστροφή

Η εικαστική τέχνη που παράγεται στις µέρες µας, κατοπτρίζει την εποχή της και δεν συµβαίνει αυτό µόνον τώρα. Συνέβαινε σε όλες τις εποχές, µε µόνη τη διαφορά, πως άλλοτε υπήρχαν ιδεολογίες, µέχρι και ιδεολογήµατα που επηρέαζαν τους στόχους και την διαµόρφωση των προβληµατισµών της. Άλλωστε, δεν µιλάµε για ενιαία τέχνη, (που ποτέ δεν ήταν), αλλά για προσανατολισµούς, τάσεις και κατευθύνσεις, που εκφράζονταν µέσα από µια ποικιλία τρόπων και δηµιουργικών ιδιαιτεροτήτων, χωρίς αυτές να περιορίζονται σε στεγανά. Οι στεγανοποιήσεις και οι φαινοµενικές συρρικνώσεις οφείλονται σε µεταγενέστερες ταξινοµήσεις και κατηγοριοποιήσεις που επιχειρεί η θεωρία της τέχνης µε τις αξιωµατικές ερµηνείες της και δεν εξαρτάται από αυτά καθ’ αυτά τα έργα, η προσεκτικότερη «ανάγνωση» των οποίων, συχνά υπερακοντίζει τις όποιες νόρµες και διευθετήσεις. Άλλωστε οι διευθετήσεις διαµορφώνονται και σχεδιάζονται, «γράφονται» και «ξαναγράφονται», αποδεικνύοντας την πολυεπιπεδικότητα και την αντοχή στον χρόνο όλων εκείνων των έργων τέχνης που η ποιότητά τους τα κάνει να αντιστέκονται σε γενικότητες και σε µονοδιάστατες «καταχωρήσεις».
Ειδικά στην εποχή µας, κυρίως από την δεκαετία του ‘90 και κατόπιν, η τέχνη που παράγεται από σύγχρονους καλλιτέχνες, προσπαθώντας να «κοινωνικοποιηθεί», έχει αποκτήσει έναν πλεονάζοντα καταγγελτικό λόγο, ο οποίος εν πολλοίς οφείλεται στην προσπάθεια υπέρβασης του «συµπλέγµατος περιθωριοποίησης», µέσα από τα απόνερα του µεταµοντερνισµού.
Στο πλαίσιο των εικαστικών «ρεαλισµών» που σήµερα µε τον έναν ή τον άλλον τρόπο διατυπώνονται, το διακύβευµα εστιάζεται, αφενός στα είδη των εικονισµών και στις εγγενείς τους αµφισβητήσεις ή αυτοαναιρέσεις, αφετέρου στα εκφραστικά µέσα και στις εννοιοδοτούµενες χρήσεις τους εκ µέρους των καλλιτεχνών, αλλά και στις εκδοχές επίσης ενός θεωρητικοποιηµένου εγκεφαλισµού, εκ µέρους των «ειδικών». Από την άλλη πάλι πλευρά, η τέχνη ψάχνει εναγωνίως να βρει νέους ορισµούς των αρχών, των αναγκαιοτήτων και των ρόλων της, µέσα σε µια διεθνοποιηµένη και σύνθετη πλέον γλώσσα, που δεν κατορθώνει πάντοτε να αποφεύγει οµογενοποιήσεις ή έστω «έξυπνες» παραλλαγές, µολονότι πίσω από αυτές δεν µπορούν πάντοτε να αποκρυβούν και να µεταλλαχθούν οι δρόµοι που προκλητικά πλέον χαράσσει η οικονοµική παγκοσµιοποίηση.
Απέναντι στην κρίση θεσµών και αξιών, συστηµάτων και ιδεολογιών που διέρχεται η εποχή µας, απέναντι επίσης σε διογκούµενα χρέη και κινδύνους χρεοκοπιών, σε πραγµατικές ή µεθοδευµένες καταστροφές και ρητορικές καταστροφολογίες, σε εξανδραποδισµούς επίσης συνειδήσεων και απονευρώσεις των προσπαθειών για την διεκδίκηση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, όλα φαντάζουν τροµακτικά και αγωνιώδη, σκανδαλώδη και σκανδαλοθηρικά. Και δεν φαντάζουν µόνον, αλλά εν τέλει γίνονται, µε βάναυσο µάλιστα και απροκάλυπτο κάποτε τρόπο, απ’ όπου δεν εξαιρείται ούτε καν ο «αυτο – αναλωνόµενος» πολιτισµός (ο οποίος βρίσκεται ανάµεσα στα δόντια της µυλόπετρας), όσο και η ίδια η καθηµερινότητα της ζωής, που αποκτά σταδιακά εφιαλτικές διαστάσεις.
Η µια όψη του νοµίσµατος της ζωής δείχνει τα σηµάδια της, ποδηγετούµενη από έναν αδίστακτο ηθικό αµοραλισµό και µια αγοραία αισθητική αντίληψη. Μια αντίληψη, που διαµορφώνεται από την φθηνή αντιπαροχή, τον σεξισµό, την ισοπέδωση, την τροµολαγνεία της παντοδύναµης τηλεόρασης, της µεθοδευµένης «είδησης», των αδιαφανών στατιστικών, της συµφεροντολογίας, καθώς αυτή συµπληρώνεται από την ατοµική µοναξιά των ιντερνετικών διαύλων «επικοινωνίας», από το life – style του συρµού, από την απροσχηµάτιστη βία, η οποία συν τοις άλλοις δροµολογεί µια εκπτωτική φιλοσοφία και ταπείνωση, έναν αρχέγονο επίσης φόβο και µια καθολικότερη περιστολή. Η άλλη όψη του νοµίσµατος που γεννά η ίδια η φύση της ζωής, είναι – παρά την φανφάρα και την πλάνη, παρά την εκµετάλλευση και την υποδούλωση – µια πηγαία και ακαταµάχητη δύναµη ελπίδας και µια ακατάβλητη διάθεση για ανασυγκρότηση και ανίχνευση διεξόδου από την µαύρη τρύπα του τούνελ. Αυτή η µαύρη τρύπα χρειάζεται κάποτε µαύρο χιούµορ για να εξορκιστεί και να δει κανείς κάποιο αισιόδοξο φως στο βάθος της να φέγγει.
Οι ΠΛΟΕΣ ΧVII δεν θα µπορούσαν να µείνουν αµέτοχοι σ΄ αυτόν τον ακήρυχτο πόλεµο που βιώνουµε ως θύτες και θύµατα όσων εκθρέψαµε ή µε την ανοχή µας αφήσαµε να βλαστήσει, σπέρνοντας άλλοτε ανέµους και θερίζοντας τώρα καταιγίδες, χωρίς να µένει ο εαυτός µας στο απυρόβλητο, στον βαθµό της ευθύνης που µας αναλογεί. Μπορεί να είναι οδυνηρό, αλλ’ όµως µας αναλογεί.
Μέσα από το πλαίσιο της διεύρυνσης των οριζόντων που αφορούν στον µεταπολεµικό ρεαλισµό, η ριζοσπαστική αυτή έκθεση, χωρίς να επιδιώκει να εικονοποιήσει κοινωνιολογικές παραµέτρους του θέµατος, εστιάζεται σ’ έναν υπότιτλο. Έναν υπότιτλο που επικεντρώνεται στην αστική ή ορθότερα, στην νεοαστική τάξη, η οποία οδεύει προς έναν ουτοπικό Παράδεισο. Ο χρόνος του ρήµατος (αν πρόκειται για παρελθόν ή παρόν), έχει ελάχιστη σηµασία. Περισσότερη σηµασία αποκτά το ευεργετικό χιούµορ και ο αυτοσαρκασµός που δείχνει την Ροµφαία, παρά τον ειδυλλιακό εφησυχασµό της µακάριας «ανευθυνο-υπεύθυνης» ζωής, απ’ όπου µε πόνο ψυχής αποσκιρτήσαµε. Πόσο αναπάντεχα άραγε βρεθήκαµε «κεκλεισµένων των θυρών», σ’ αυτό το ειδύλλιο µε την ευζωία;
Τα έργα τέχνης που υλοποιούν το σκεπτικό της έκθεσης, είναι επίκαιρα και όχι επικαιροποιηµένα, καθώς παρουσιάζονται µεσούσης της κρίσης που διανύουµε. Άλλωστε, στην «φιλοσοφία» των καλλιτεχνών αυτών, προϋπήρχαν οι συγκεκριµένες τάσεις αντίστασης, χωρίς τα έργα τους να διαµορφώθηκαν για την εξυπηρέτηση κάποιας σκοπιµότητας. Πρόκειται για την ζωγραφική του Αντώνη Κυριακούλη, τα γλυπτά και τις «εγκαταστάσεις» του Μιχάλη Καλλιµόπουλου, καθώς και τα ανάλογα έργα του Σταύρου Διακουµή. Ο «λόγος» των έργων τους (παρ’ ότι ανήκουν σε διαφορετικές γενιές), δεν είναι καταγγελτικός, εξυπηρετώντας µια ρηχή συνθηµατολογία. Ούτε είναι εύπεπτος αυτός ο «λόγος» και κατοχυρωτικός µιας µεσσιανικής αντίληψης , που θα ήθελε για όλα να φταίει ο ουρανός ή το γκαζόν, σε όσα µας επιβλήθηκαν. Από πού άραγε; Kι εµείς, σε ποιά µήκη κύµατος ταξιδεύαµε; Σε τί θέλαµε ή µας βόλευε να πιστεύουµε πως είµαστε και µε τί κάθε φορά το εξαγοράζαµε;
Τα έργα και των τριών καλλιτεχνών, όπως εκθεσιακά παρουσιάζονται, συνοµιλούν µεταξύ τους, επεκτείνοντας την διαδραστική τους σχέση και στο κοινό, το οποίο όχι µόνον αντικαθρεφτίζεται µεταποιητικά, αλληγορικά και µυθοποιητικά σε αυτά, αλλά γίνεται παράλληλα µοχλός και καταλύτης ενός ζωντανού και ανοιχτού διαλόγου. Ενός διαλόγου, που αφορά στην πνευµατική αντίσταση της κρίσης που διανύουµε, χωρίς ωστόσο να προεξοφλεί αυτή τα παρελκόµενά της, τη στιγµή κατά την οποία θίγονται πολλές εν ενεργεία νεοαστικές συνήθειες και νοοτροπίες, αντιλήψεις και κατεστηµένα, συµπεριφορές και συστήµατα αξιών, που µας αντανακλούν, τοποθετηµένα µέσα σ’ ένα θαρρείς πλοιάριο, σαν εκείνο, το παλαιότερο «πλοίο των τρελών» του Ιερώνυµου Μπος, που αυτή τη φορά το έχουµε ήδη ρίξει στα βράχια!
Στους τόνους µιας Φελλινικής ατµόσφαιρας, που οπτικοποιείται ως εικαστικό «περιβάλλον» εσωτερικών διαλεκτικά ανταποκρίσεων, αλλά και ως ένα σύνθετο µιµόδραµα, το πικρό χιούµορ και η σάτυρα, η αυτοκριτική και η παραδοξότητα, διαµορφώνουν ένα σύγχρονο «κωµειδύλλιο» Ο υπαινικτικός του κλαυσίγελος ωστόσο, δεν είναι κατολισθητικός, ούτε ισοπεδωτικός. Μέσα από κοινωνικούς αντικατοπτρισµούς του παρελθόντος και του παρόντος, του εφήµερου και του επαναλαµβανόµενου, του συµπτωµατικού και του εξαιρετέου, ανακύπτουν ταυτίσεις, όσο και αποχαρακτηρισµοί, διαπλέκοντας τους µύθους µε τις ιστορίες των ευτράπελων και των απροσδόκητων της καθηµερινότητας, αποτελούµενης από τα επεισόδια θαρρείς µιας «µπουφόνικης» όπερας του δρόµου. Μιας όπερας, που το µελοδραµατικό της στοιχείο αναχαιτίζεται µέσα από µια ροκ αντίληψη, διαµορφωµένη ωστόσο από έναν υποθετικό, σύγχρονο ράπερ, που «γράφει» την «πλοκή» του θεάµατος καθώς αυτή συνεχώς εξελίσσεται, αφήνοντας ανάµεσα στα πλοκάµια ή στους λαβύρινθούς της και ορισµένα «παράθυρα» διαφυγής. Τα «παράθυρα» αυτά δεν στηρίζονται σε τοίχους κανενός οµφαλοσκοπισµού, που θα οδηγούσε στην αυτο – ακύρωση και στην απονεύρωση των θεατών. Αντίθετα, τα «παράθυρα» δηµιουργούν περάσµατα, για ένα λυτρωτικό και αναθεωρητικό, σηµασιολογικό και ανασυντακτικό, ζωογόνο και σωτήριο χιούµορ.
Ο Αντώνης Κυριακούλης (ζωγράφος, σκηνογράφος, σκιτσογράφος, εικονογράφος και κειµενογράφος), µέσα από την ευφάνταστα γόνιµη και µυθοπλαστική του αυθαιρεσία, περιγελά τις σοβαροφανείς αυθεντίες, δηµιουργώντας µε παιγνιώδη διάθεση και µε πανδαµάτορα τον σαρκασµό, τα δικά του ανατρεπτικά και διαχρονικά εικαστικά σχόλια, µολονότι αυτά είναι εµπνευσµένα από την παρατηρούµενη επικαιρότητα και τους απόηχούς της. Χωρίς καθηλώσεις και υπεκφυγές, υπονοµεύει κι εντέλει καυστικά αποµυθοποιεί τις εξουσιαστικές δοµές και τις αστικολαϊκές νοοτροπίες της πληθωριστικής, της υποκρινόµενης και αλαζονικά προκλητικής, αλλά κατά τ’ άλλα, της νεόπτωχης πνευµατικά κοινωνίας µας, της λεγόµενης «καµπριολέ και κοτεράτης».
Μέσα από τον ευδαιµονικό και τον ευτράπελο ανθρωποκεντρισµό του, στον οποίο πρωταγωνιστεί το ευφρόσυνα µαταιόδοξο και γυναικοκρατούµενό του σύµπαν, ο Αντώνης Κυριακούλης αποδαιµονοποιεί µαγικά και «εξορκίζει» υποδόρια, (εµβολιάζοντας µε βιτριολικό κάποτε χιούµορ) το κακό, την αιδηµοσύνη, τον καθωσπρεπισµό και αυτήν καθ΄ αυτήν την ποµφόλυγα της ανοχής µας. Ο ζωγράφος σκηνογραφεί και παράλληλα σκηνοθετεί µια ανάµειξη ιδιοτήτων που αφορούν στάσεις και συµπεριφορές της καθηµερινότητας, καθώς αυτή αναπτύσσεται στο τελάρο, στο χαρτόνι ή στον χώρο, ως χορόδραµα, µε τις γυναίκες του να φυτρώνουν υποψιασµένες ή ανυποψίαστες σαν τις παραφυάδες, αψηφώντας κάθε είδους εµπόδιο, κάθε είδους φυτοφάρµακο... Ο Αντώνης Κυριακούλης τις συµµερίζεται και τις φωτίζει, τις µορφοποιεί και τις χωροθετεί ως καρικατούρες ζωής χωρίς προσχήµατα και άλλοθι, βάζοντάς τις να σχοινοβατούν στην αυτάρκεια, στην αυταρέσκεια και στην αειφορία του Παραδείσου τους. Τις ζωντανεύει θαλλερά, περιθάλποντας την ίδια στιγµή τα δραµατικά και περιγελαστικά τους στοιχεία, καθώς αυτές φέρνουν στον νου µια µεταποιηµένη και εµπλουτισµένη εκδοχή από το ύφος µακρινών τους προγόνων, όπως είναι το θέατρο σκιών της Εγγύς και της Άπω Ανατολής, η ατµόσφαιρα των µεσαιωνικών vitraux, τα «croquis» των ταπητουργών του 18ου αιώνα στη Δύση, η παντοµίµα των «puppi» της Νάπολης, το δαιµονικό υπόστρωµα των «caprichos» του Goya (1746-1828), τα δραµατουργικά σχέδια του Paul Gavarni (1804-1866), οι κοινωνικές καρικατούρες του Honoré Daumier (1808 – 1879), οι γελοιογραφίες σε περιοδικά και εφηµερίδες της εποχής του Δηµ. Γαλάνη κ.α. Κι όλα αυτά, µε µια σύγχρονη εικαστική αντίληψη που υπερβαίνει κατά πολύ κάθε έµµεση πηγή αναφοράς, γιατί πάντα ο Αντώνης Κυριακούλης είναι απροσδόκητος, µε τεταµένες τις κεραίες της παρατηρητικότητάς του και µε ένα πλήθος ερεθισµάτων που µπορεί καθηµερινά να δέχεται, ανατρέποντας κάθε πιθανό προσδοκώµενο, αφ’ ής στιγµής διαθέτει αστείρευτη φαντασία και µοναδικό ταλέντο µετουσίωσης και της παραµικρής ακόµη λεπτοµέρειας, χωρίς ποτέ ο ίδιος να χάνει το κέντρο βάρους, τον χαρακτήρα και την υφολογία όσων κάθε φορά θέλει να υποδείξει.
Ο Μιχάλης Καλλιµόπουλος (ζωγράφος, γλύπτης, φωτογράφος) δανείζεται αφορµές από την πραγµατικότητα για να τις υπερβεί, εστιάζοντας µέσα από τα έργα του στον ίδιο τον ρόλο της τέχνης και στις λειτουργίες που εκείνη κοινωνικά επιτελεί. Στα γλυπτά του επικεντρώνεται σε ανθρώπινους τύπους και καταστάσεις που αφορούν, αφενός στιγµές της καθηµερινότητας, αφετέρου κάθε είδους µορφές εξουσίας, οι οποίες ορίζουν δοµές, ήθη, συναλλαγές, νοοτροπίες και καταστηµένα ζωής. Το χιούµορ και ο αυτοσαρκασµός, όπως και η δύναµη που κρύβει το αµελητέο, αλλ’ ωστόσο καθοριστικό, σµικρύνονται ή γιγαντώνονται, την στιγµή κατά την οποία ο καλλιτέχνης µεταλλάσσει και ταυτοχρόνως υπονοµεύει την έννοια του κύρους και της δεσποτείας, µαζί µε την σοβαροφάνεια και την αµετροέπεια, γνωρίσµατα που κατά τ’ άλλα έχουν ιεραρχήσει αξίες και απαξίες, διαµορφώνοντας διελκυστίνδες σχέσεων και εντέλει συναινέσεων, κάποιων ανίερων και αδιαφανών «συµµαχιών».
Η κριτική διάσταση που αναφύεται στα έργα του Μιχάλη Καλλιµόπουλου, εµπεριέχει το δράµα και το τραύµα. Πρόκειται για χαρακτηριστικά που φορτίζουν τις ποιότητες του δικού του πικρού χιούµορ, στηλιτεύοντας την αυτάρκεια τόσο του «φαίνεσθαι», όσο και του «είναι». Τα στοιχεία που υποδηλώνουν οι µορφές του, στοχεύουν από την µια πλευρά στην ατοµική συνθήκη και στην ευθύνη που της αναλογεί, (για τους τρόπους που επιλέγει εκείνη να διαπραγµατεύεται την παρουσία της), από την άλλη πλευρά, στην συλλογική ανταπόκριση που κηδεµονεύει και άλλοτε ορίζει το «νόµισµα» της ζωής, µε διαστρεβλωµένα και διαρκώς ακατοχύρωτα τα «νοήµατά» της. Το διερώτηµα που ανακύπτει για το ποιός και για το τί κάθε φορά επιβάλλεται, πίσω από την επιφάνεια και το ύφος, όπως αποκαλύπτουν οι φιγούρες του (ολόσωµες, ως προτοµές και ως καρικατούρες) σκιαµαχεί µε την αλήθεια και την πλάνη, όπως επίσης µε προσοµοιώσεις και αποχαρακτηρισµούς, αφήνοντας στη θέση τους να αιωρείται το αίνιγµα.
Τα µεγαλύτερα ή µικρότερα σε µέγεθος γλυπτά του µνηµειώνουν στιγµιότυπα και ανεκδοτολογικές όψεις, όπως επίσης εκδοχές και κατεστηµένα των υπολήψεων και του ανυπόληπτου, στηλιτεύοντας τον ναρκισσισµό και την αυταρέσκεια, µαζί µε την αδηφαγία και τις προφάσεις κάθε ψευτοδιλλήµατος που θα οδηγούσε στην «εύρεση» αιτίων και αιτιατών. Οι µορφές του αυτοπροσδιορίζονται σχετικά µε το τί νοµίζουν ότι αυτές είναι στο «χρηµατιστήριο» ζωής και τέχνης, ενεργοποιώντας µέσα από τον κλαυσίγελο, τον στοχασµό του θεατή.
Επιπλέον, ο χαρακτήρας και το ύφος των γλυπτών του, παρουσιάζουν κατά την γνώµη µου, µια εκλεκτική συγγένεια µε τα γλυπτά ενός προγόνου του καλλιτεχνικά. Κι αυτός ήταν ο Αυστριακός Franz Xavier Messerschmidt (1736-1783) που µορφοποίησε ανάµεσα στ’ άλλα, προτοµές της βαυαρικής τότε αυτοκρατορικής αυλής, αποδίδοντας µε έναν σύνθετο ρεαλιστικό και εξπρεσιονιστικό τρόπο, την τυπολογία του κοινωνικού ρόλου των συντελεστών εκείνης της εξουσίας και µαζί την στιγµιοτυπία των συναισθηµατικών, των εκφραστικών, των ψυχικών και απροσδόκητών τους καθηµερινών καταστάσεων.
Ο Σταύρος Διακουµής (γλύπτης και καλλιτέχνης «εγκαταστάσεων» µε τα ρηξικέλευθα και ανατρεπτικά του έργα, φέρνει στο προσκήνιο τον «ήρωα – αντιήρωα» της πολυσχιδούς και ιντερνετικής µας εποχής. Με τα έργα του, που ακροβατούν ανάµεσα στην ταυτοπροσωπία και στην ετεροπροσωπία, στην αποµυθοποίηση και στην «επαναστοιχείωση» του εαυτού τους, (µέσα από αναλώσιµα υλικά και παράγωγα της µαζικής βιοµηχανικής κουλτούρας), ασκεί ο καλλιτέχνης µια έµµεση κριτική στην pop – art, χρησιµοποιώντας ωστόσο γνωρίσµατα και κώδικες της γλώσσας της, που στην συνέχεια υπονοµεύει. Οι αιρετικές και ταχυδακτυλουργικές του φιγούρες επιζητούν να προσδιορίσουν έναν νέο χώρο ζωτικής παρουσίας τους, την ίδια στιγµή που αντιστρατεύονται την µνηµειακότητα και κάθε είδος σοβαροφάνειας.
Οι φόρµες του Σταύρου Διακουµή λειτουργούν σαν µαγικές εικόνες ή αινίγµατα, αποσυνδέοντας τον παλαιότερο λόγο αναφοράς τους ανάµεσα στην «φέρουσα» και στην «φερόµενη» γλυπτική κατασκευή, που στην συγκεκριµένη περίπτωση παρουσιάζεται µάλιστα επιζωγραφισµένη. Τα «µεταφερόµενα» αντιφατικά εν πολλοίς νοήµατα που πηγάζουν από µια ασυναίρετη και αποπροσανατολιστική πραγµατικότητα, επιµερίζουν, αποδοµούν και απροσδόκητα ανασυντάσσουν τα µέρη τους, καθώς διαµορφώνουν παράδοξα τους σωµατότυπους θαρρείς της «φέρουσας» µορφικής και χωροδυναµικής κατασκευής τους, µαζί µε την εφήµερή της «οντότητα».
Μέσα σε έναν παιγνιώδη, τερατικό και µεταπρατικό κόσµο, οι φιγούρες του καλλιτέχνη που στέκουν σαν να κινούνται αντιφατικά και ισορροπούν ανατρέποντας κάθε είδους κατεστηµένο, δείχνουν να προέρχονται από την καθηµερινότητα, αλλά και από µια ανταγωνιστική «fiction reality», µια φαντασιακή δηλαδή πραγµατικότητα, που έχει ωστόσο εξοστρακίζει τις ρητορείες της. Η τραγικότητα στην όψη µε την εναλλακτικότητα παρουσίας των µορφών αυτών, (µε τα ready - made στοιχεία και τα µικρού µεγέθους κάποτε κεφάλια τους, τα οποία αλλάζουν ή συγχέουν τις αποστάσεις παρατήρησης του θεατή), εµβολιάζουν το δραµατικό στο ευτράπελο στοιχείο, όπως επίσης το ευάλωτο στο σπαρακτικό. Τα µάτια των µορφών του είναι συνήθως κλειστά, εσωτερικεύοντας τον χρόνο κι αφήνοντας έκθετο τον τρόπο επενεργητικής παρουσίας τους, που προδίδει συγκρουσιακές σχέσεις, προσωποποιώντας ταυτόχρονα τα θαυµαστικά, τα ερωτηµατικά και τα αποσιωπητικά του χώρου ύπαρξης και αυτεπίγνωσης ενός διαµελισµένου ή παραποιηµένου «εαυτού». Ενός «εαυτού», που µέσα από την οδύνη και τον σαρκασµό, το πικρό χιούµορ και το υποµειδίαµα, το ξάφνιασµα και την περισυλλογή, τονίζει την σιωπή του αναπάντεχου, που έχει αποκαλύψει µια προηγηθείσα βουβή έκρηξη. Κι είναι αυτή η έκρηξη που σπάει τα στεγανά, γκρεµίζοντας κάθε είδους άλλοθι, την ώρα που πέφτουν οι µάσκες της κοινωνικής υποκρισίας. Ή µήπως µαταιοπονεί κανείς, πιστεύοντας πως αυτές µπορούν να πέσουν; Τα έργα πάντως του Σταύρου Διακουµή τολµούν και αντιστέκονται στον ιλλουζιονισµό και στις επιζήµιες αντιπαροχές της εποχής µας.

Την έµπνευση του τίτλου της έκθεσης, µου έδωσε η παλαιότερη
σπουδαία ταινία του Ελία Πέτρι «Η εργατική τάξη πάει στον Παράδεισο»,
(µε ηθοποιούς τον Τζιάν Μαρία Βολοντέ και την Μαριάτζελα Μελάτο),
που είχε βραβευθεί στις Κάννες το 1972, µε τον «Χρυσό Φοίνικα».

(Απο τον κατάλογο της έκθεσης Η Αστική Τάξη οδεύει στον Παράδεισο - Πλόες XVII του Ιδρύματος Κυδωνιέως, Άνδρος 2011).